Ο ρόλος του β- κυττάρου στην εκδήλωση και εξέλιξη του διαβήτη τύπου 2:

12 Nov
November 12, 2013

o-rolos-toy-b-kyttaroy-sthn-ekdhlwsh01

o-rolos-toy-b-kyttaroy-sthn-ekdhlwsh02

o-rolos-toy-b-kyttaroy-sthn-ekdhlwsh03

o-rolos-toy-b-kyttaroy-sthn-ekdhlwsh04


Θεραπευτικές δυνατότητες

Εισαγωγή

Ο Σακχαρώδης Διαβήτης τύπου 2 (ΣΔ-2) χαρακτηρίζεται από δύο βασικές διαταραχές: αντίσταση των οργάνων στόχων (λιπώδης ιστός, ήπαρ, σκελετικοί μυς) στις μεταβολικές δράσεις της ινσουλίνης και ανεπάρκεια έκκρισης ινσουλίνης από τα β-κύτταρα του παγκρέατος, με αποτέλεσμα την διαταραχή της ομοιοστασίας της γλυκόζης.

Η αντίσταση στην ινσουλίνη αποτελεί κατά βάση αμυντικό μηχανισμό, που ενεργοποιείται, όταν η προσλαμβανόμενη ενέργεια των τροφών ξεπερνάει την ικανότητα του λιπώδους ιστού να αποθηκεύσει την περίσσεια της ενέργειας υπό την μορφή τριγλυκεριδίων. Τότε τα λιποκύτταρα, κυρίως του σπλαχνικού λιπώδους ιστού (τα οποία δεν υπερπλάσσονται εύκολα), υπερτρέφονται και ενεργοποιούν τον μηχανισμό αντίστασης στην ινσουλίνη για να αποτρέψουν την περαιτέρω συσσώρευση λίπους και να αποφύγουν τον κυτταρικό θάνατο. Έτσι, διακόπτεται η αντιλιπολυτική δράση της ινσουλίνης στα λιποκύτταρα και ελεύθερα λιπαρά οξέα (FFAs) απελευθερώνονται και εναποτίθενται έκτοπα στα περιφερικά όργανα.

Παράλληλα, τα σπλαχνικά λιποκύτταρα δυσλειτουργούν, εκκρίνουν σε λιγότερη ποσότητα αδιπονεκτίνη και σε περισσότερη προφλεγμονώδεις κυτταροκίνες (ΤΝF-α, IL-6) καθώς και χημειοτακτικές πρωτεΐνες (MCP-1) που προσελκύουν ενεργοποιημένα μακροφάγα, τα οποία διηθούν τον λιπώδη ιστό και τον μετατρέπουν σε εστία φλεγμονής με αποτέλεσμα την επιπλέον έκκριση φλεγμονωδών παραγόντων και τη δημιουργία γενικευμένης υποκλινικής φλεγμονής. Η έκτοπη εναπόθεση λιπιδίων στο ήπαρ και στους σκελετικούς μυς και οι παράγοντες φλεγμονής ενεργοποιούν επίσης το μηχανισμό αντίστασης στην ινσουλίνη στα όργανα αυτά, με αποτέλεσμα την αύξηση παραγωγής γλυκόζης στα ηπατοκύτταρα και τη μειωμένη πρόσληψη γλυκόζης στα μυοκύτταρα.

 Σε ένα τέτοιο περιβάλλον αντίστασης στην ινσουλίνη, τα β-κύτταρα του παγκρέατος καλούνται να υπερεκκρίνουν ινσουλίνη για να διατηρήσουν την ομοιοστασία της γλυκόζης και παράλληλα δέχονται την τοξική δράση από την έκτοπη εναπόθεση λίπους στο πάγκρεας (λιποτοξικότητα) και την υποκλινική φλεγμονή. Η ικανότητα των β-κυττάρων να αυξήσει και να διατηρήσει την εκκριτική τους δραστηριότητα στο περιβάλλον αυτό, θα κρίνει και την έκβαση της κατάστασης, δηλαδή την εκδήλωση ή μη του ΣΔ-2. Η κατανόηση των μηχανισμών που προκαλούν την δυσλειτουργία του β-κυττάρου θα επιτρέψει τον σχεδιασμό στρατηγικών παρεμβάσεων για την προστασία του κυττάρου και την αποτροπή της εκδήλωσης ή καθυστέρηση της εξέλιξης του ΣΔ-2.

Αντίσταση στην ινσουλίνη και αντιστάθμιση από το β-κύτταρο Ποσοτική ή λειτουργική;

Υπό φυσιολογικές συνθήκες, σε καταστάσεις αντίστασης στην ινσουλίνη όπως την εγκυμοσύνη ή την παχυσαρκία, τα επίπεδα της γλυκόζης διατηρούνται φυσιολογικά μέσω αύξησης της έκκρισης ινσουλίνης από τα β-κύτταρα του παγκρέατος. Η μέχρι τώρα αντίληψη ήταν ότι η αντιστάθμιση αυτή οφείλεται σε αύξηση αρχικά της λειτουργικότητας και στη συνέχεια της μάζας των β-κυττάρων.

Πρόσφατες μελέτες υποστηρίζουν την άποψη ότι η αντιστάθμιση επιτυγχάνεται μέσω ενεργοποίησης εφεδρικών β-κυττάρων, τα οποία υπό βασικές συνθήκες διατηρούνται σε κατάσταση «ύπνωσης». Έτσι, η αντισταθμιστική αύξηση της έκκρισης ινσουλίνης, σε καταστάσεις αντίστασης στην ινσουλίνη, μάλλον επιτυγχάνεται μέσω αύξησης της «λειτουργικής μάζας» των β-κυττάρων παρά αύξησης της πραγματικής μάζας (υπερπαλασίας) των κυττάρων αυτών. Φαίνεται λοιπόν ότι και στην περίπτωση του ενδοκρινούς παγκρέατος, όπως και στα άλλα ενδοκρινικά όργανα, υπάρχει ετερογένεια όσον αφορά την λειτουργικότητα των κυττάρων, η οποία επιτρέπει την προσαρμογή ανάλογα με τις εκκριτικές ανάγκες του οργάνου.

Απώλεια της λειτουργικής μάζας των β-κυττάρων στο ΣΔ-2

Όπως προαναφέρθηκε, η αδυναμία αύξησης της λειτουργικής μάζας των β-κυττάρων για να αντισταθμίσει την υποκείμενη αντίσταση στην ινσουλίνη, οδηγεί στην κλινική εκδήλωση του ΣΔ-2. Η αδυναμία αυτή οφείλεται κυρίως σε γενετικούς παράγοντες και επιγενετικά αίτια. Πράγματι, τα περισσότερα γονίδια που συσχετίστηκαν μέχρι τώρα με το ΣΔ-2 έχουν σχέση με την λειτουργικότητα του β-κυττάρου, ενώ πολύ λιγότερα με την παχυσαρκία και με την αντίσταση στην ινσουλίνη. Από το άλλο μέρος το ενδομήτριο περιβάλλον μπορεί να επηρεάσει μέσω, επιγενετικής επίδρασης, την λειτουργική μάζα των β-κυττάρων που θα  πάρξουν κατά την ενήλικη ζωή. Με την εκδήλωση του ΣΔ-2, επίκτητοι παράγοντες όπως η γλυκολιποτοξικότητα και οι φλεγμονώδεις παράγοντες που συνοδεύουν την κοιλιακή παχυσαρκία επιδρούν τοξικά στα β-κύτταρα και προκαλούν αρχικά αναστρέψιμη λειτουργική διαταραχή και στη συνέχεια, μέσω οξειδωτικού stress και stress του ενδοπλασματικού δικτύου, απώλεια των β-κυττάρων.

Δυνατότητες προστασίας του β-κυττάρου

Από τα παραπάνω προκύπτει ότι το β-κύτταρο είναι ο τελικός αποδέκτης του τοξικού μεταβολικού φορτίου που προέρχεται από την αδυναμία του οργανισμού, στο σύγχρονο περιβάλλον, να αποθηκεύσει με ασφάλεια την περίσσεια ενέργειας στο λιπώδη ιστό. Η συνακόλουθη έκτοπη εναπόθεση λίπους και υποκλινική φλεγμονή ενεργοποιούν το μηχανισμό αντίστασης στην ινσουλίνη στο ήπαρ και τους σκελετικούς μυς με αποτέλεσμα τον κίνδυνο υπεργλυκαιμίας.

Το β-κύτταρο καλείται να αντισταθμίσει την αντίσταση στην ινσουλίνη και να προσαρμόσει την λειτουργική του μάζα εκκρίνοντας περισσότερη ινσουλίνη. Παράλληλα, δέχεται τις βολές από την λιποτοξικότητα και τους παράγοντες φλεγμονής. Ισχύει λοιπόν για το β- κύτταρο η λαϊκή παροιμία «Το δέντρο που έχει τον καρπό όλο πετροβολείται». Στα άτομα με κληρονομική προδιάθεση, το ενδοκρινές πάγκρεας αδυνατεί να αντισταθμίσει το μεταβολικό φορτίο με αποτέλεσμα την εκδήλωση του διαβήτη και την προοδευτική έκπτωση της λειτουργικής μάζας των β-κυττάρων.

Υπάρχουν λοιπόν δυνατότητες προστασίας του β-κυττάρου και αποτροπής ή καθυστέρησης της εξέλιξης του ΣΔ2; Τα δεδομένα από την βρετανική μελέτη UKPDS ήταν απογοητευτικά. Θεραπευτική αγωγή με τα διαθέσιμα τότε φάρμακα όπως σουλφονυλουρίες, μετφορμίνη και ινσουλίνη απέτυχε να αποτρέψει την πτωτική πορεία του διαβήτη. Όμως, το παράδειγμα του διαβήτη κυήσεως, κατά τον οποίο ο διαβήτης εκδηλώνεται στο διαβητογόνο περιβάλλον της εγκυμοσύνης και υφίεται μετά την εξάλειψη του μεταβολικού φορτίου με το πέρας του τοκετού, υποδηλώνει ότι ο διαβήτης μπορεί να είναι αναστρέψιμος. Με βάση το παράδειγμα του διαβήτη της κυήσεως, μπορούμε, εάν παρέμβουμε έγκαιρα και απαλλάξουμε το β-κύτταρο από το μεταβολικό φορτίο να αναστρέψουμε τον ΣΔ-2; Πρόσφατες μελέτες δείχνουν ότι υπάρχει τέτοια δυνατότητα. Είναι γνωστό ότι η βαριατρική χειρουργική σε άτομα με νοσογόνο παχυσαρκία και ΣΔ2 μπορεί να εξαλείψει τον διαβήτη.

Πρόσφατη μελέτη από την Αγγλία έδειξε ότι περιορισμός της πρόσληψης ενέργειας για μια εβδομάδα σε άτομα με ΣΔ-2 διάρκειας κάτω των 4 ετών μείωσε την εναπόθεση τριγλυκεριδίων στο ήπαρ και το πάγκρεας και ταυτόχρονα βελτίωσε την αντίσταση στην ινσουλίνη και τη λειτουργικότητα του β-κυττάρου. Άλλη μελέτη από την Κίνα έδειξε ότι εντατική ινσουλινοθεραπεία για 2 εβδομάδες και στη συνέχεια δίαιτα και άσκηση σε άτομα με νεοδιαγνωσθέντα ΣΔ-2 είχε ως αποτέλεσμα την ύφεση του διαβήτη και διατήρηση της λειτουργικότητας του β-κυττάρου για ένα έτος. Από τα νεώτερα φάρμακα για το διαβήτη, η πιογλιταζόνη στη μελέτη ACTnow μείωσε σημαντικά τον κίνδυνο εξέλιξης από προδιαβητικό στάδιο σε κλινικό διαβήτη.

Είναι γνωστό ότι οι PPAR-γ αγωνιστές διεγείρουν τη δημιουργία νέων λειτουργικών λιποκυττάρων και έτσι δημιουργούν χώρο για ασφαλή αποθήκευση του λίπους με αποτέλεσμα μείωση της λιποτοξικότητας και της φλεγμονής και μ΄ αυτό τον τρόπο φαίνεται ότι προστατεύουν το β-κύτταρο. Τα ανάλογα GLP-1φαίνεται ότι ασκούν τροφική δράση στο β-κύτταρο σε μελέτες in vitro. Αναμένεται να αποδειχθεί στην κλινική πράξη εάν και στον άνθρωπο μπορούν να αναστρέψουν την πορεία του διαβήτη.

Συμπερασματικά λοιπόν τα πρόσφατα δεδομένα υποστηρίζουν την άποψη ότι μπορούμε να αναστρέψουμε την κλινική εξέλιξη του ΣΔ-2, εάν παρέμβουμε έγκαιρα και δραστικά, ώστε να ελαφρύνουμε το β-κύτταρο από το τοξικό μεταβολικό φορτίο, το οποίο με τον τρόπο ζωής μας δημιουργούμε. Ο καλύτερος τρόπος για να μειώσουμε την λιποτοξικότητα και την υποκλινική φλεγμονή, είναι η μείωση της πρόληψης θερμίδων με την τροφή και η αύξηση της κατανάλωσης ενέργειας με τη συστηματική φυσική άσκηση.

Στο τέλος της ημέρας, η ενέργεια που προσλαμβάνεται με την τροφή θα πρέπει να χρησιμοποιείται για τις βασικές μεταβολικές ανάγκες και η περίσσεια να καταναλώνεται με την κίνηση. διαφορετικά ότι περισσεύει αποθηκεύεται ως λίπος στο λιπώδη ιστό. Όταν η αποθηκευτική ικανότητα του λιπώδους ιστού ξεπεραστεί, τότε το λίπος υπερχιλίζει και δημιουργεί το πρόβλημα που προαναφέραμε. Στο πνεύμα αυτό παραμένει επίκαιρο το απόφθεγμα του Ιπποκράτη «Το περπάτημα είναι το καλύτερο φάρμακογια τον άνθρωπο».

© Copyright 2014-2018 - Π.Ε.Ν.ΔΙ - Powered by Simple S&A Solutions